WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| fall for [sb/sth] vi + prep | informal (be attracted) (καθομ, μτφ: μόνο για άτομο) | την πατάω με κπ, δαγκώνω τη λαμαρίνα με κπ, τη δαγκώνω με κπ έκφρ |
| | | ξετρελαίνομαι με κτ έκφρ |
| | (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) | ερωτεύομαι ρ μ |
| | He is good-looking and smooth: all the women fall for him. |
| | Audrey fell for a beautiful pair of shoes she saw in a shop window. |
| | Είναι όμορφος και γλυκομίλητος. Όλες οι γυναίκες την πατάνε μαζί του. |
| | Η Ώντρεϋ ξετρελάθηκε με ένα ζευγάρι παπούτσια που είδε σε μια βιτρίνα. |
| fall for [sth] vi + prep | informal (be fooled) (καθομιλουμένη, μεταφορικά) | την πατάω έκφρ |
| | | το χάφτω έκφρ |
| | The investment scheme promised huge returns, and I fell for it. |
| | Το επενδυτικό σχέδιο υποσχόταν τεράστιες αποδόσεις και την πάτησα. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: